Ιστορία της έρευνας
Αρχαιολογικά ευρήματα Υφιστάμενη κατάσταση

Κατά τα έτη 1912 και 1926 ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης ανέσκαψε δύο θολωτούς τάφους, στις θέσεις Τραγάνα και Κορυφάσιο, στην ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Ναυαρίνου. Παρόλο που και οι δύο τάφοι, είχαν συληθεί ήδη κατά την αρχαιότητα, έδωσαν σημαντικά ευρήματα: από τον πρώτο (στην Τραγάνα) προήλθαν τρεις αμφορείς ανακτορικού ρυθμού και από τον δεύτερο (στο Κορυφάσιο) μια συλλογή από αγγεία Μέσης Ελλαδικής και Υστεροελλαδικής Ι εποχής.

Η παρατήρηση από τον Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη επιφανειακών ενδείξεων για την ύπαρξη και άλλων θολωτών τάφων στάθηκε αφορμή για τη σύσταση μιας ελληνοαμερικανικής αποστολής, με επικεφαλής τον ίδιο εκ μέρους της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και τον Carl Blegen από το Πανεπιστήμιο του Cincinnati, με στόχο τον εντοπισμό και την ανασκαφική έρευνα μυκηναϊκών θέσεων και νεκροταφείων της Δυτικής Μεσσηνίας. Τα ευρήματα των δύο ανεσκαμένων τάφων καθιστούσαν σαφές, ότι επρόκειτο για βασιλικούς τάφους και επομένως στην ευρύτερη περιοχή θα πρέπει να βρισκόταν και μυκηναϊκό ανάκτορο. Το 1938 διεξήχθη μια πρώτη σύντομη επιφανειακή έρευνα και το 1939 επισημάνθηκαν με τη βοήθεια των κατοίκων της περιοχής και ειδικά του κ. Χαράλαμπου Χριστοφιλόπουλου, επτά-οκτώ θέσεις μυκηναϊκής εποχής, στα ΒΑ του κόλπου του Ναυαρίνου.

Ο λόφος του Άνω Εγκλιανού, που δεσπόζει στην περιοχή, με θέα στον μεγαλοπρεπή κόλπο του Ναυαρίνου στα Νότια και το όρος Αιγάλεω στα Βόρεια, επιλέχθηκε από τους ερευνητές για την διενέργεια ανασκαφικής έρευνας. Την προσοχή τους είχαν προσελκύσει δύο συμπαγείς άμορφες μάζες στην κορυφή του λόφου, που προεξείχαν από το έδαφος.

Αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για αρχιτεκτονικά λείψανα μεγάλου οικοδομήματος της Εποχής του Χαλκού, που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά. Στις 4 Απριλίου του 1939 έγιναν οι πρώτες δοκιμαστικές τομές, οι οποίες αποκάλυψαν τμήματα τοίχων, δάπεδα, τμήματα τοιχογραφιών και μυκηναϊκά όστρακα. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα, ωστόσο, ήταν η ανακάλυψη 600 και πλέον πήλινων πινακίδων Γραμμικής Β΄ Γραφής, οι οποίες ήταν ως τότε γνωστές μόνο από την Κνωσό. Ήταν πια φανερό πώς επρόκειτο για ανακτορικό συγκρότημα, όμοιο με αυτά των Μυκηνών, της Τίρυνθας, των Θηβών.

Οι ανασκαφές διεκόπησαν με την κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου έως το 1952, οπότε ξεκίνησαν εκ νέου. Στο διάστημα 1952-1966 οι συστηματικές ανασκαφικές εργασίες αποκάλυψαν σταδιακά το Ανάκτορο του Νέστορος καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο του στα πρανή του λόφου.

Το έργο του Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη στην περιοχή, συνέχισε ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο οποίος τον διαδέχτηκε μετά τον θάνατό του, το 1952. Ο Σπ. Μαρινάτος αποφάσισε να ερευνήσει παρακείμενους προϊστορικούς οικισμούς και νεκροταφεία, ενώ η αμερικανική αποστολή αφοσιώθηκε στην συστηματική ανασκαφή και αποκάλυψη του ανακτόρου και των κτιριακών συνόλων γύρω από αυτό.

Το χειμώνα 1960-1961 κατασκευάστηκε από την ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία μεταλλικό προστατευτικό στέγαστρο πάνω από το κεντρικό τμήμα του ανακτορικού συγκροτήματος. Έτσι ένα μεγάλο μέρος των δαπέδων, των εστιών και άλλων αρχιτεκτονικών στοιχείων παρέμειναν ορατά για τους επισκέπτες.

Το 1973 εκδόθηκε το θεμελιώδες τρίτομο έργο των C. Blegen και M. Rawson “The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia”, όπου παρουσιάστηκε συνολικά το ανασκαφικό τους έργο στην περιοχή του ανακτόρου.

Κατά τη δεκαετία του 1990, υπό το πρίσμα εξελιγμένων τεχνικών και νέας μεθοδολογίας επανεξετάστηκαν τα δεδομένα και το υλικό των πρώτων ανασκαφών, αποκαλύπτοντας νέα στοιχεία. Το 1990 εγκαινιάστηκε η νέα αυτή περίοδος ερευνητικής δράσης στο λόφο του Άνω Εγκλιανού, από ανασκαφική ομάδα του Πανεπιστημίου της Minnesota, με επικεφαλής τον καθηγητή κλασικής αρχαιολογίας Frederick Cooper και τους Michael Nelson, Charles Griebel. Η πολυετής συστηματική έρευνα στο Ανάκτορο με την ονομασία: MARWP (Minnesota Archaeological Researches in the Western Peloponnese, The Pylos Project), διήρκησε ως το 1998, υπό την εποπτεία της Ζ΄ ΕΠΚΑ. Στόχος του προγράμματος, του πρώτου που πραγματοποιήθηκε μετά την αρχική ανασκαφή του 1939, ήταν ο επιμελής καθαρισμός και η επανεξέταση όλων των ερευνηθέντων από τον πρώτο ανασκαφέα, Carl Blegen, τμημάτων του Ανακτόρου. Η διεξοδική έρευνα των αρχιτεκτονικών λειψάνων οδήγησε στην νέα κάτοψη του Ανακτόρου με ενσωματωμένες όλες τις αρχιτεκτονικές φάσεις και τις τεχνικές δόμησης. Νέα στοιχεία προστέθηκαν στο παρελθόν του λόφου από την επανεξέταση αντικειμένων που είχαν συσσωρευθεί σε αποθέτη, επί ανασκαφών Blegen και δεν είχαν καταλογογραφηθεί. Η χρήση νέων τεχνολογιών όπως της δορυφορικής τηλεπισκόπησης, το παγκόσμιο σύστημα εντοπισμού θέσης, αλλά και οι εκτεταμένες εφαρμογές των Γεωγραφικών συστημάτων πληροφόρησης συνέβαλαν τα μέγιστα στον επαναπροσδιορισμό της θέσης τάφων και ταφών που ο Blegen είχε ανασκάψει, όπως και στον εντοπισμό στην ευρύτερη περιοχή ορυχείων και πηγών οψιδιανού.

Κατά τα έτη 1991-1996 πραγματοποιήθηκε μια μεγάλης κλίμακας έρευνα πεδίου, το πρόγραμμα PRAP (Pylos Regional Archaeological Project / Περιφερειακό Αρχαιολογικό Πρόγραμμα Πύλου), με επικεφαλής τον καθηγητή αρχαιολογίας του πανεπιστημίου του Cincinnati, Jack Davis στην ευρύτερη περιοχή της ΝΔ Μεσσηνίας, έχοντας ως επίκεντρο το Ανάκτορο.

Στόχος της διεπιστημονικής ερευνητικής ομάδας ήταν να μελετήσει την ιστορία της ευρύτερης περιοχής διαχρονικά αλλά και να εντοπίσει και να προσδιορίσει την έκταση της πόλης που περιέβαλε το ανακτορικό συγκρότημα. Πραγματοποιήθηκε συστηματική επιφανειακή έρευνα σε συνολική έκταση 40 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που περιλάμβανε το μυκηναϊκό ανάκτορο και το ευρύτερο περιβάλλον του, περισυλλέχθηκαν αντικείμενα, χρησιμοποιήθηκαν σύγχρονες μέθοδοι και συνεργάστηκαν ειδικοί πολλών επιστημονικών τομέων (γεωαρχαιολογία, γεωφυσική, γεωχημεία, εδαφολογία, παλυνολογία, γεωχρονολόγηση, μικροπαλαιοντολογία, και υδρομηχανική), σε μια προσπάθεια να διατυπώσουν μια ενιαία ιστορία για την εξέλιξη του τοπίου της ΝΔ Μεσσηνίας . Τα αποτελέσματα του PRAP δημοσιεύτηκαν, το 2005, στο έργο του Jack Davis “Πύλος η Αμμουδερή”.

Από το 1996 το Πανεπιστήμιο του Cincinnati σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Αιγαιακής Προϊστορίας, υποστηρίζουν την έρευνα για την έκδοση και την επανέκδοση των ευρημάτων του Μουσείου της Χώρας, που προέρχονται από το Ανάκτορο του Νέστορα